Page 28 - 6_synedrio PaidoEndo
P. 28

 Συνέδριο Παιδικής & Εφηβικής Ενδοκρινολογίας
e-posters
           EP4
ΣΥΣΧΕΤΙΣΕΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝΤΟΣ ΑΥΞΗΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΙΝΟΒΛΑΣΤΩΝ 21 (FGF21) ΜΕ ΤΟ ΣΤΡΕΣ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΦΗΒΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΟΥΣ: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΥΠΕΡΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΥ ΒΑΡΟΥΣ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ-ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ
Χριστάκη Ε.1, Περβανίδου Π.1, Παπασωτηρίου Ι.2, Γιαννακάκης Γ.3,4, Μάντζου Α.1, Κανακά-Gantenbein Χ.1, Χρούσος Γ.1,5
1 Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιατρική Σχολή, Α Παιδιατρική Κλινική Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγ. Σοφία», Αθήνα, 2 Βιοχημικό τμήμα ΓΝ Παίδων «Η Αγία Σοφία», 3 Εργαστήριο Υπολογιστικής Βιο-Ιατρικής, Ιδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, Ηράκλειο, Κρήτη, 4 Ινστιτούτο Αγροδιατροφής και Επιστημών Ζωής, Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο, Ηράκλειο, Κρήτη, 5 Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Υγείας Μητέρας Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας και Επικεφαλής της Έδρας Εφηβικής Υγείας UNESCO
        28
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο επιπολασμός υπερβάλλοντος σωματικού βάρους και παχυσαρκίας στα παιδιά και τους εφήβους αυξάνεται παγκοσμίως, κυρίως λόγω του καθιστικού τρόπου ζωής, της σύστασης της διατροφής, της ποιότητας του ύπνου, αλλά και της έξαρσης του ψυχοκοινωνικού στρες. Το στρες φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της παχυσαρκίας, μέσω πολλαπλών μηχανισμών, οι οποίοι περιλαμβάνουν την απορρύθμιση της έκκρισης ορμονών του στρες, συμπεριφορικά και συναισθηματικά προβλήματα, όπως επίσης και αλλαγές στην διατροφική συμπεριφορά. Ο αυξητικός παράγοντας ινοβλαστών 21 (FGF21) αποτελεί μια σημαντική ορμόνη που επηρεάζει τον μεταβολισμό, παράγεται φυσιολογικά κυρίως στο ήπαρ, διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και επιδρά μέσω συγκεκριμένων υποδοχέων σε πολλαπλές περιοχές του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένου του παρακοιλιακού πυρήνα του υποθαλάμου. Η εξωγενής χορήγηση FGF21 διεγείρει γλουταμινεργικούς νευρώνες στον έσω κοιλιακό πυρήνα του υποθαλάμου καταστέλλοντας την πρόσληψη σακχάρων χωρίς να συμβάλλει στην αύξηση της ενεργειακής δαπάνης, υποδεικνύοντας τον πιθανό ρόλο του FGF21 στην ρύθμιση του σωματικού βάρους.
ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθούν οι συσχετίσεις του κυκλοφορούντος FGF21 με το στρες σε κορίτσια με φυσιολογικό ή υπερβάλλον σωματικό βάρος και τους κηδεμόνες τους.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Στην μελέτη συμμετείχαν 78 κορίτσια ηλικίας 5-15 ετών, εκ των οποίων 28 κορίτσια με φυσιολογικό σωματικό βάρος (Ν) και BMI z-score -0.25 ± 0.54, και 50 με υπερβαρότητα ή παχυσαρκία (ΟΒ) 2.38 ± 1.59. Μετά το ιατρικό ιστορικό και την παιδιατρική εξέταση, τα παιδιά συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια Children’s Depression Inventory (CDI) για την εκτίμηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας και State-Trait Anxiety Inventory for Children (STAIC) για την εκτίμηση του άγχους, ενώ οι κηδεμόνες τους συμπλήρωσαν το αντίστοιχο ερωτηματολόγιο εκτίμησης του άγχους State-Trait Anxiety Inventory (STAI), το ερωτηματολόγιο εκτίμησης του στρες Perceived Stress Scale (PSS), και την κλίμακα στρεσογόνων γεγονότων ζωής των Holmes and Rahe (HRSES). Πραγματοποιήθηκε πρωινή αιμοληψία σε συνθήκες νηστείας για την μέτρηση του FGF21 και για βιοχημικό και αιματολογικό έλεγχο. Παράλληλα, συλλέχθηκαν δείγματα τρίχας για την μέτρηση της συγκέντρωσης της κορτιζόλης, όπως επίσης και 6 σειριακά δείγματα σιέλου σε μια μέρα για την εκτίμηση της κιρκάδιας έκκρισης κορτιζόλης. Η ολοκληρωμένη έκκριση κορτιζόλης σιέλου αναλύθηκε με βάση την περιοχή κάτω από την καμπύλη των έξι συγκεντρώσεων της ημέρας (AUCg).
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Κατά την σύγκριση των μεταβλητών των 2 ομάδων (OB και Ν) παρατηρήθηκαν οι εξής 4 σημαντικές διαφορές (Mann-Whitney U Test): 1. Τα κορίτσια της ομάδας ΟΒ είχαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα επίπεδα κυκλοφορούντος FGF21 (z=-3.725, p<0.001) συγκριτικά με τα κορίτσια της ομάδας Ν. 2. Στην ομάδα ΟΒ, η κορτιζόλη τρίχας και η κορτιζόλη σιέλου δεν συσχετίστηκαν με τα επίπεδα του FGF21, κάτι που παρατηρήθηκε στην ομάδα Ν (p=0.045 και p=0.007, αντίστοιχα). 3. Στην ομάδα ΟΒ παρατηρήθηκε θετική συσχέτιση του FGF21 με την βαθμολογία του ερωτηματολογίου CDI (r=0.399, p=0.011) και με την ινσουλίνη νηστείας (r=0.63, p=0.000), όπως επίσης αρνητική συσχέτιση με τα επίπεδα 25-ΟΗ-βιταμίνης D ορού (r=-0.541, p=0.005), ελέγχοντας ως προς το ποσοστό του λιπώδους ιστού ως πιθανού συγχυτικού παράγοντα; αυτές οι
























































































   26   27   28   29   30